ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑ

Η Γ.Γ.Ι.Φ (http://www.isotita.gr/) δημοσίευσε το τέταρτο ενημερωτικό σημείωμα του Παρατηρητηρίου παρουσιάζοντας στατιστικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η ανεργία στην Ελλάδα συνεχίζει να πλήττει κατά προτεραιότητα τις γυναίκες (27,6% έναντι  19,4% των ανδρών) και μάλιστα τις νέες γυναίκες στις οποίες το ποσοστό φθάνει στο 52,5%. Επισημαίνεται επίσης ότι το 21,6% των γυναικών αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένουν άνεργες έναντι  12% των ανδρών συναδέλφων τους, ενώ στην κατηγορία της μέσης εκπαίδευσης τα ποσοστά άνεργων γυναικών με απολυτήριο λυκείου ανέρχονται σε ποσοστό 32%  έναντι 21% των ανδρών με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο. Τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιοποίησε (19/9/2016) ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) καταδεικνύουν ότι οι εγγεγραμμένες άνεργες ανήλθαν σε ποσοστό 63,57%.

Είναι γνωστό ότι η οικονομική κρίση και η πολιτική της σκληρής λιτότητας έπληξε τις γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες. Η ανεργία και κυρίως η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους είχαν άμεσες επιπτώσεις και στα άτομα και στην οικογένεια. Συγχρόνως παρατηρείται μια στροφή προς τη συντηρητικότητα που είχε ως αποτέλεσμα να παρατηρείται μια αναδίπλωση σε ό,τι αφορά  στην ισότητα των δύο φύλων. Παράλληλα και εδώ είναι το οξύμωρο οι γυναίκες καλούνται να διαδραματίσουν έναν κεντρικό οικονομικό ρόλο  συμβάλλοντας στο οικογενειακό εισόδημα –οι κουβαλητές- , συχνότατα καταφεύγοντας στην αδήλωτη εργασία. Έχουμε φθάσει στο σημείο να μιλάμε για ‘θηλυκοποίηση της φτώχειας’ (feminization of poverty), εννοώντας είτε το αυξανόμενο ποσοστό νοικοκυριών με αρχηγό γυναίκα που βρίσκονται σε συνθήκες φτώχειας ή το αυξανόμενο ποσοστό γυναικών που ζουν σε φτωχά νοικοκυριά.

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία αρχικώς η ανεργία έπληξε κυρίως τους άνδρες από το Δ’ Τρίμηνο όμως, του 2009 έπληξε και τις γυναίκες. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον  Νοέμβριο του 2013 βρισκόταν στο 32% από 12% που ήταν το 2008 και έκτοτε παραμένει υψηλή και με αυξητική τάση. Από την ανεργία επλήγησαν περισσότερο  οι γυναίκες,  που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού (δηλ. οι γυναίκες αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών, οι μετανάστριες), οι γυναίκες με επαγγελματικά προσόντα/ δεξιότητες που παραδοσιακά θεωρούνται ως αποκλειστικά προσόντα/ επαγγέλματα των ανδρών, γυναίκες επιφορτισμένες με παραδοσιακούς ρόλους (π.χ. φροντίδα εξαρτημένων ατόμων) και οι γυναίκες με χαμηλά επαγγελματικά προσόντα/ δεξιότητες. ΄Οσο χαμηλότερο το εκπαιδευτικό επίπεδο τόσο μεγαλύτερη η ανεργία. Στη χειρότερη θέση βρίσκονται οι νέες γυναίκες με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο.

Οι γυναίκες όχι μόνον απειλούνται με αποκλεισμό από την αγορά εργασίας, αλλά και όταν εργάζονται, αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες και δεν εξελίσσονται ιεραρχικά όσο οι άνδρες. Οι εργαζόμενες γυναίκες στην Ελλάδα, αμείβονται κατά μέσο όρο κατά 15% λιγότερο σε σχέση με τους άνδρες, σε σχέση με 16,1% λιγότερο, στην Ε.Ε. Αυτό αναδεικνύεται από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των ανδρών και των γυναικών στην Ε.Ε. που δόθηκαν   στη δημοσιότητα, με αφορμή την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μισθολογικής Ισότητας στις 28 Φεβρουαρίου 2014, γεγονός που σημαίνει ότι οι γυναίκες εργάζονται 59 ημέρες δωρεάν μέχρις ότου φθάσουν τις αποδοχές των ανδρών. Το ποσοστό αυτό δεν φαίνεται να διαφοροποιείται το 2015 αφού σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία το ποσοστό ανέρχεται στο 13,1% μεταξύ όμως 21 ΕΕ κρατών μελών

Τα χαμηλά ποσοστά αμοιβών των τελευταίων ετών οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική κρίση, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών των ανδρών και όχι την αύξηση των αποδοχών των γυναικών. Ακόμη και σε χώρες, όπως η Γερμανία που είδαν αύξηση της γυναικείας απασχόλησης τα τελευταία χρόνια οι ανισότητες παραμένουν. Στη Γερμανία οι γυναίκες αμείβονται κατά μέσο όρο 22,2% λιγότερο από τους άνδρες, ενώ καταλαμβάνουν σε υψηλό ποσοστό (60,8% έναντι 39,2% των ανδρών) θέσεις μερικής απασχόλησης τις αποκαλούμενες mini jobs, θέσεις αμειβόμενες με 450Ευρώ απαλλασσόμενες όμως φόρου.

 Σύμφωνα με την έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ΙLO, Women at Work. Trends 2016) 20 χρόνια μετά τη Διακήρυξη του Πεκίνου (1995) οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην εργασία τους τόσο σε επίπεδο ποιοτικού αντικειμένου όσο και σε επίπεδο αμοιβών. Ο επαγγελματικός διαχωρισμός έχει αυξηθεί στις αναπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες. Οι νέες γυναίκες αντιμετωπίζουν τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, ενώ   περιορίζεται η κοινωνική προστασία για τη μητρότητα και τις γυναίκες τρίτης και τέταρτης ηλικίας.

Παρόλο που ο στόχος του ΟΗΕ για το 2030 είναι η βιώσιμη ανάπτυξη και η άρση των ανισοτήτων και του επαγγελματικού διαχωρισμού θεωρείται ως προαπαιτούμενο, πολλά είναι αυτά που απαιτείται να γίνουν τόσο σε επίπεδο πολιτικών όσο και εφαρμογής δραστικών μέτρων.